Αύριο το απόγευμα Καθαρά Δευτέρα 23/2/2026 όλοι οι δρόμοι οδηγούν στο “Γληγοράκι” της Βόνιτσας.
Ο Βονιτσάνος Γιώργος Μπελεσιώτης ειναι ο άνθρωπος που ανέδειξε το έθιμο το ψαράδικο καρναβάλι και το γνώρισαν σε όλη την Ελλάδα μέσα από τα ντοκιμαντέρ του. Ειναι το έθιμο από τα λίγα στην Ελλάδα που γίνονται Καθαρά Δευτέρα.


Το έθιμο του Γληγοράκη
Οι απόψεις για τη προέλευση του εθίμου διίστανται.
Σε μια προσπάθεια να βρούμε τις ρίζες του ερχόμαστε μπροστά σε πολλές και διαφορετικές εκδοχές, η καθεμιά από τις οποίες αποδίδει με το δικό της τρόπο τη γέννηση & καταγωγή του εθίμου. Πρέπει χρονικά να πάμε πολύ πίσω.
Σίγουρα οι ρίζες του ανιχνεύονται στην αρχαιότητα (λατρεία του αρχαίου Θεού Διονύσου) και έχει στοιχεία των αρχαίων τελετών που γίνονταν για την υποδοχή της Άνοιξης.
Με το πέρασμα των αιώνων, νέα στοιχεία προστέθηκαν σ’ αυτό ανάλογα με τις αντιλήψεις που επικρατούσαν στη κοινωνία κάθε εποχή αλλά και την εξέλιξη της κοινωνίας.
Ισχυρές επιδράσεις πρέπει να δέχθηκε την εποχή της ενετοκρατίας (1500-1530) και (1684-1797) περίοδοι κατά τις οποίες αρκετά έθιμα των Ιταλών ήρθαν στη Βόνιτσα. Από το 19ο αι. μέχρι το πρώτο τέταρτο του 20ο τον εορταστικό τόνο έδιναν παρέες μεταμφιεσμένων, που κυκλοφορούσαν στους δρόμους και γύριζαν τα βράδια στις γειτονιές τραγουδώντας άσεμνα και σκωπτικά τραγούδια.
Τη περίοδο αυτή πρέπει να έγινε και η προσθήκη της αχυρένιας κούκλας που συμβόλιζε την απόλυτη φτώχια που βίωναν οι ψαράδες και το κάψιμό της για να ξορκίσουν τη φτώχια και τη μίζερη ζωή. Τους δινόταν επιπλέον έμμεσα η δυνατότητα, να διαμαρτυρηθούν με τη σάτιρα για τη δύσκολη ζωή τους κάτι που δε μπορούσαν να κάνουν άμεσα.
Η παλαιότερη γνωστή αναφορά στο δρώμενο, προέρχεται από φύλο τοπικής εφημερίδας του 1911 όπου γίνεται λόγος για σατυρικές αυτοσχέδιες παραστάσεις που οργάνωναν οι ψαράδες της Βόνιτσας τη Καθαρή Δευτέρα στις φτωχογειτονιές, σε αντίθεση με το καρναβάλι των πλουσίων ή των αστών της προηγούμενης μέρας.
Κατά μία εκδοχή το έθιμο είναι εξέλιξη της σκωπτικής παράστασης κάποιων μοναχών της Αγίας Παρασκευής εις βάρος ενός μοναχού με το όνομα Γρηγόριος.
Άλλη εκδοχή υποστηρίζει, ότι το σημερινό δρώμενο αποτελεί εξέλιξη του παιχνιδιού των παιδιών του Κόκκινου σε βάρος ενός γραφικού τύπου με τα χαρακτηριστικά του Γληγοράκη (ρακένδυτος, με οξύ πνεύμα και υπερμεγέθη σεξουαλικά όργανα). Άλλη άποψη θέλει το Γληγοράκη αγρότη, να ασχολείται με τη θάλασσα, μη γνωρίζοντας τους κινδύνους της και να αποτυγχάνει σε όσα κάνει. Η επικρατέστερη άποψη είναι αυτή που θέλει τον Γληγοράκη ψαρά ο οποίος αρνήθηκε τη θάλασσα και έψαξε τη τύχη του στη στεριά. Η θάλασσα όμως τον εκδικήθηκε και τον έριξε στα ξένα, να ταλαιπωρείται και να μην μπορεί να έχει σταθερή δουλειά.
Η διατήρηση και ο εμπλουτισμός του δρώμενου οφείλεται σίγουρα στους ντόπιους ψαράδες. Κάθε χρόνο την Αποκριά, οι ψαράδες ξαναθυμούνται εκείνο τον ψαρά, τον Γληγοράκη, και τον καταδικάζουν με το δικό τους τρόπο. Αφού πιούν, μασκαρευτούν από το Σαββατόβραδο της Τυρινής έως την Καθαρά Δευτέρα βλέπουν τον αρνητή της θάλασσας να έρχεται όπως τότε, που τον έφεραν σηκωτό για να τον πάνε στο Κοιμητήριο του ψαράδικου συνοικισμού.
Πρόχειρα φτιαγμένος από άχυρο και παλιόρουχα κάνει την είσοδό του πάνω σε γάιδαρο, που τον τραβά ένας δραγάτης και τον παραστέκουν δυο γιδοβοσκοί.
Οι ρόλοι είναι από χρόνια μοιρασμένοι. Η μάνα, η γυναίκα, οι μοιρολογίστρες, ο γιατρός, οι συγγενείς, ο παπάς. Κάθε χρόνο καινούργια βάσανα περιμένουν το Γληγοράκη. Κάθε χρόνο οι προσπάθειες του γιατρού να τον σώσει αποβαίνουν άκαρπες, πεθαίνει.
Η μέρα γέρνει, φορτώνουν το Γληγοράκη πάνω στο γάιδαρο και τον περιφέρουν μοιρολογώντας. Που και που σταματούν και ένας ψαράς ρωτά τον Γληγοράκη:
– Μην έφαγες τ’ ανάποδου τα γης;
– (Όλοι μαζί) : Οτς αφέντη μ’.
– Μην έφαγες το σύρμα του γιαλού (=χέλι);
– (Όλοι μαζί) : Οτς αφέντη μ’.
– Μην έφαγες εκείνο π’ κάν’ πουφ και βγαν’ μαύρο (=σουπιά);
– (Όλοι μαζί) : Οτς αφέντη μ’.
Σε κάθε στάση δίνεται και μια μικρή θεατρική παράσταση.
Ο γιατρός βγάζει γνωμάτευση κάνοντας ερωτήσεις στους συγγενείς και εξετάζει τον ασθενή. Με το πέρασμα των χρόνων η γνωμάτευση άρχισε να προσαρμόζεται στα δεδομένα της κάθε εποχής και κατέληξε σε αναπαράσταση και διακωμώδηση της επικαιρότητας. Μέσα σε μοιρολόγια και θρήνους πλησιάζει ο παπάς με τα παπαδοπαίδια. Τα λόγια του παραλλαγμένα τροπάρια της νεκρώσιμης ακολουθίας.

Το απόβραδο ο Γληγοράκης στην άκρη του γιαλού ή μέσα σε πρόχειρα κατασκευασμένη βάρκα, ρίχνεται στη φωτιά.
Γύρω από τον αχυρένιο που σιγοκαίγεται, γίνεται το γλέντι κορυφώνεται με χορό και ποτό. Άλλη μια Αποκριά φεύγει μαζί με το Γληγοράκη που θα επιστρέψει του χρόνου, για να σατιρίσει και να διαπομπεύσει πρόσωπα και καταστάσεις, και για να μας υπενθυμίσει, πως ότι είναι παλιό δεν είναι απαραίτητα και ξεπερασμένο.
Στο ψαράδικο καρναβάλι της Βόνιτσας αναφέρεται και το ντοκιμαντέρ του Γιώργου Μπελεσιώτη, το γύρισμα του οποίου έγινε στη Βόνιτσα με τους ψαράδες του Αμβρακικού τη Καθαρή Δευτέρα τα παλιότερα χρόνια.
Ο Γιώργος Μπελεσιώτης για το έθιμο
Ένα ακόμη έθιμο, που διατηρήθηκε μέχρι τις μέρες μας στη Βόνιτσας, είναι και ο Αχυρένιος.
Το έθιμο αυτό, έρχεται απ τα χρόνια τα παλιά και το διοργάνωναν από μόνοι τους οι ψαράδες – κάθε Καθαρή Δευτέρα- και δικαιωματικά, ανήκει σ αυτούς.
Εγώ τον είπα <ψαράδικο καρναβάλι>,,, .
Σκόρπιες εικόνες έρχονται απ τα παιδικά μου χρόνια, και στριφογυρίζουν στη μνήμη, δυσκολεύοντάς με, να τις βάλω σε μια τάξη….
Θυμάμαι δυο ή και τρεις ακόμα παρέες μουντζουρωμένων ψαράδων, να τριγυρνούν ξυπόλυτοι και μεθυσμένοι στις γειτονιές της Βόνιτσας και να χορεύουν ακατάπαυστα…
Δεν ήταν μασκαρεμένοι αλλά μουτζουρωμένοι.
Φορούσαν τα μπαλωμένα γιορτινά τους ρούχα και με ανασηκωμένα τα μπατζάκια -ξυπόλητοι καθώς ήταν- τσαλαβούταγαν χορεύοντας στα νερά
και στις λάσπες, του ανύπαρκτου δρόμου…
Πίσω τους, ακολουθούσε ένας με το νταούλι κι ο άλλος με την καραμούζα
και παίζανε, ψαράδικους σκοπούς.
Ο χτύπος του νταουλιού ήταν δυνατός και ο διαπεραστικός ήχος της τσαμπούνας, μου σουβλίζει ακόμα και σήμερα, το μυαλό.
Στην πλατεία οι παρέες, έφταναν αργά το μεσημέρι μαζί με τα νταούλια τους και γινόταν χαμός.
Στη μέση της πλατείας ήταν δυο μεγάλα τραπέζια και πάνω τους, κατσούλα τα μύδια, τα στρείδια, οι καποσάντες, και οι ριχτιές.
Σοροί στο άλλο τα καβούρια, οι πίνες, τ αβγοτάραχο οι γάμπαρες, κι ότι άλλο θαλασσινό, μπορεί να φανταστείς.
Σε ένα γάιδαρο καβάλα, φέρνανε και τον αχυρένιο και τον κάθιζαν ανάμεσα στα δυο τραπέζια, πάνω σε μια ετοιμόρροπη ψάθινη καρέκλα.

Του λέγανε βρομόλογα στα φωναχτά, και χόρευαν ολόγυρά του.
Τούτη τη μέρα, φτάνανε ψαράδες απ το νταλιάνι της Λασκάρας κι απ τα ιβάρια της Καρακονησάς -καμιά δεκαπενταριά νομάτοι- και γινότανε γλέντι τρικούβερτο.
Στριφογυρίζανε σαν τους καλικάντζαρους γύρω απ τον Αχυρένιο και σκούζανε,,, χειρονομώντας και πηδώντας ,,, για τον άδικο χαμό του.
Διακωμωδούσαν μες τα ξεφωνήματά τους, ανθρώπους και γεγονότα της χρονιάς που πέρασε, και τραγουδούσαν, την Μπαρλαγιάννο.
<Βασίλω τς μπαρλαγιάννους, δεν τόκανες καλά,
παράτησες τον Φλένζα, τον παλιο-μασκαρά.>
Το τραγούδι αυτό που είχε ρυθμό τσάμικου, το άκουσα μεγάλος πια, να το τραγουδά στο πανηγύρι του Άι-Παντελέμωνα, ο πατριώτης μας ο Τάκης ο Καρναβάς, χαράματα και πάνω στο τσακίρ κέφι.
Φαίνεται πως κάποιος παλιακός που ήξερε την ιστορία, το είχε παραγγείλει.
Αναφερόταν σε παλιούς γραφικούς τύπους της Βόνιτσας, που δεν ήταν και λίγοι. <Κυρ- Αντίπενα η παντόφλα σου, ένα τάλιρο μες το Φάληρο.>
Παιδιά τότε, συνεπαρμένα απ το παιχνίδι, δεν δίναμε και μεγάλη σημασία, για το τι έκαναν οι μεγαλύτεροι μας και δε μπορώ να σας περιγράψω με λεπτομέρεια, τα δρώμενά τους.
Οι νταμιτζάνες με το ούζο και το μπρούσκο Λευκαδίτικο κρασί, που τους πρόσφεραν οι εργοδότες τους, ήταν μπόλικο και η όρεξή τους μεγάλη.
Όλο το χρόνο πίνανε, αλλά τούτη τη μέρα, φτάνανε στην τελική πτώση.
Μετά, βάζανε φωτιά στον Αχυρένιο και τον καίγανε μαζί με την καρέκλα του, σαν τον Ιούδα τον αρνητή.
Όλος ο ψαραδόκοσμος τότε, ήταν στη δούλεψη δύο μεγάλων οικογενειών.
Η μια ήταν του Γιώργου Τζηφριού, που είχε το ιβάρι της Βόνιτσας,,, της Ρούγας,,, και της Βουλκαράς, -που τότε ήτανε λιμνοθάλασσα και στη μπούκα της ήτανε χτισμένο, το χελοίβαρο του Άι-Νικόλα-.
Η δεύτερη οικογένεια, ήταν των αδελφών Σπύρου και Μήτσου Τζώρτζη, που είχανε τα νταλιάνια,,, της Βόνιτσα -πίσω απ την Αγία Παρασκευή,,, στο Βαρκό,,, και στο Χαλίκι.
Την κατοχή, ήρθαν στη Βόνιτσα πολλές οικογένειες απ τη Λευκάδα, που τότε είχε μεγάλη φτώχεια,,, και δούλευαν στα χωράφια, κάτω από άθλιες συνθήκες, για ένα πιάτο φαΐ.
Την περίοδο αυτή 1943 με 1945, δε θυμάμαι ακριβώς ποια χρονιά, έπεσε στη Βόνιτσα επιδημία, φυματιώδους μηνιγγίτιδας και χάθηκαν πολλά παιδιά, της ηλικίας μου.
Ένα απ αυτά, ήταν και το μονάκριβο παιδί, μιας Λευκαδίτισας…
Οι σπαραγμοί και οι στριγκλιές της μάνας του -Γληγόρη μούυυυυυ- συντάραξαν τη Βόνιτσα.
Το παιδί το λέγανε Γληγοράκη και ο πόνος της μάνας για το παιδί της, αβάσταγος.
Με τα χρόνια που πέρασαν, τον <Αχυρένιο> τον κλάψανε, σαν Γληγοράκη.
Τον τίμησαν με καπέλα, μάσκες, κι άρματα, αν και την καθαρή Δευτέρα η περίοδος του καρναβαλιού έχει περάσει.
Από κει και πέρα, για το πώς ένα παραδοσιακό ψαράδικο έθιμο, έγινε καθαρό-δευτεριάτικο καρναβάλι, με άρματα, μουτσούνες και καραγκιοζλίκια, μόνο οι αρμόδιοι περί τούτων, μπορούν να μας το εξηγήσουν.
Το 1978, γύρισα το έθιμο αυτό σε ντοκιμαντέρ και το υπουργείο Πολιτισμού θέλησε να ενισχύσει χρηματικά με τρία εκατ/ρια δραχμές το χρόνο, γιατί το θεώρησε, σαν ένα απ τα ωραιότερα έθιμα του τόπου μας.
Πρότεινε να δημιουργηθεί ένας πολιτιστικός σύλλογος που θα ασχοληθεί με το έθιμο αυτό και με ότι άλλο θα συνέβαλε στην προβολή, της πολιτιστική μας κληρονομιάς.
Δυστυχώς δεν εισακούστηκα, γιατί στο χωριό μας ο καθένας, κάνει ότι του κατεβάσει η γκλάβα του… Δεν το θέλανε έτσι, γιατί κάθε σύλλογος διέπεται από νόμους και πρέπει, να κόβονται αποδείξεις…..
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ Δ. ΚΟΥΤΙΒΗΣ
.




