Το σήμα της Λευκάδας σταματάει στα δέκα χιλιόμετρα: η περίπτωση του Μοναστηρακίου

25 Ιουνίου 2026 0 Από Blogger

Του Κωνσταντίνου Παπακασόλα*

blank

Πριν περίπου τρία χρόνια είχε δημοσιευτεί στο «Άρωμα Λευκάδας» ένα πρώτο κείμενο που έθετε το ζήτημα που αναπτύσσεται εδώ: ότι το Μοναστηράκι, μεγάλο και όμορφο χωριό της δυτικής Ακαρνανίας, διαθέτει τα χαρακτηριστικά για να ενταχθεί στον ευρύτερο τουριστικό χάρτη της περιοχής, ο οποίος έχει επίκεντρο τη Λευκάδα. Το κείμενο εκείνο συγκέντρωσε σχεδόν πεντακόσιες θετικές αντιδράσεις, χωρίς ωστόσο να ακολουθήσει ανάλογη ανταπόκριση από την πλευρά που θα μπορούσε πραγματικά να την κινητοποιήσει: τους επενδυτές. Η ιδέα ως ώρας παρέμεινε ανεκμετάλλευτη. Το παρόν κείμενο επανέρχεται με πληρέστερη τεκμηρίωση. Και δεν είναι μονο το μοναστηράκι. Είναι η Παναγιά της Βόνιτσας, τα ιαματικά Λουτρά του Τρύφου και όλη η ορεινή κορυφογραμμή που απλώνεται κατά μήκος της νότιας πλευράς του Αμβρακικού με θέα στον Αμβρακικό κόλπο έως το Σπάρτο. Από εδώ και πέρα, για λόγους συντομίας, θα αναφερόμαστε απλά στο Μοναστηράκι, εννοώντας το σύνολο της παραπάνω περιοχής.

Η άτυπη επέκταση που ήδη συνέβη: Πλαγιά και Περατιά

Η Λευκάδα έχει ήδη πραγματοποιήσει, χωρίς να το ομολογήσει επισήμως, μια de facto επέκταση των τουριστικών συνόρων της. Η Πλαγιά και η Περατιά έχουν ενσωματωθεί στην πράξη στον τουριστικό χάρτη του νησιού: οι ξένοι επισκέπτες πάνε εκεί τακτικά, οι τιμές πλησιάζουν τις λευκαδίτικες, και κανείς δεν τις θεωρεί πλέον «εκτός». Η Πλαγιά επένδυσε σε ταβέρνες υψηλού επιπέδου, αλλά ο πρωταρχικός παράγοντας επιτυχίας παραμένει η εγγύτητα — δέκα έως δεκαπέντε λεπτά από τη Λευκάδα.

Το φαινόμενο αποδεικνύει μια αρχή: η τουριστική «βαρύτητα» ενός κορεσμένου προορισμού μεταφέρεται πέρα από τα σύνορά του, όπου υπάρχει εγγύτητα και στοιχειώδης υποδοχή. Το ερώτημα είναι αν αυτό μπορεί να εφαρμοστεί και πιο πέρα από το σημείο όπου σήμερα σταματάει.

Το σήμα που εξασθενεί

Η τουριστική επιρροή της Λευκάδας λειτουργεί όπως ένα σήμα που εξασθενεί με την απόσταση: πιάνει με ένταση την Πλαγιά, αγγίζει οριακά τον Άγιο Νικόλαο, και διακόπτεται. Όχι επειδή αλλάζει η ποιότητα του τοπίου — το Μοναστηράκι, είκοσι λεπτά μακριά, έχει πλατάνια, ποτάμια, ζωντανή αγροκτηνοτροφια, αξιόλογη ομορφιά. Διακόπτεται επειδή κανείς δεν προσπάθησε συστηματικά να το επεκτείνει ως εκεί. Και η απόσταση αυτή είναι, σε πρακτικούς όρους, αμελητέα: όποιος μένει στο Νυδρί ή στη Βασιλική ήδη διανύει αντίστοιχο χρόνο για να φτάσει στην πόλη της Λευκάδας η στις παραλίες της δυτικής Λευκάδας.

Το δομικό πρόβλημα της Λευκάδας

Η Λευκάδα είναι νησί μεγάλο μεν αλλά, ορεινό, με στενό οδικό δίκτυο — δομικά ανίκανο να απορροφήσει άλλη οικοδομή. Ήδη βλέπουμε ανεπάρκεια πάρκινγκ, μόνιμη κυκλοφοριακή συμφόρηση το καλοκαίρι, υποδομές ύδρευσης και αποχέτευσης πέρα από τα  όριά τους — με χαρακτηριστικό παράδειγμα τα προβλήματα λειψυδρίας πέρυσι και την καταγεγραμμένη δυσοσμία σε πολλά  σημεία.. Η ίδια η πόλη της Λευκάδας αρχίζει να θυμίζει, στην πυκνότητα και στην απώλεια αισθητικής ταυτότητας, το Αγρίνιο ή το Μεσολόγγι σε σχέση με 10-15 χρόνια πριν.

Παράλληλα, και αυτό είναι το παράδοξο, το νησί αδειάζει τον χειμώνα: ο Άγιος Νικήτας έχει μηδαμινό μόνιμο πληθυσμό εκτός σεζόν, με σπίτια κενά οκτώ μήνες τον χρόνο — αντιπαραγωγικό και για το νησί και για τον ίδιο τον ιδιοκτήτη, που δεν χαλαρώνει ποτέ πραγματικά, καθώς βρίσκεται μέσα στη ζώνη μέγιστης όχλησης.

Το Μοναστηράκι ως διαφορετική πρόταση, όχι υποδεέστερο υποκατάστατο

Το Μοναστηράκι δεν είναι «η Πλαγιά πιο μακριά και πιο φτηνή» — αυτή η ανάγνωση θα αδικούσε την πρόταση. Δεν είναι παραθαλάσσιο· απέχει δέκα χιλιόμετρα από τον Αμβρακικό και δέκα από το Ιόνιο, με τη Λευκάδα δεκαπέντε χιλιόμετρα σε ευθεία γραμμή. Προσφέρει κάτι που η περιοχή δεν διαθέτει δομικά: μεγάλο, ζωντανό οικισμό με μόνιμο πληθυσμό που καλλιεργεί τη γη και εκτρέφει ζώα όλο τον χρόνο, με εκατοντάδες παλιά σπίτια προς ανακατασκευή. Τα ορεινά χωριά της ίδιας της Λευκάδας και της γύρω περιοχής δεν έχουν τίποτα αντίστοιχο: είναι είτε μικρά απόκρημνα χωρίς δυνατότητα επέκτασης, είτε ήδη αγορασμένα από ξένους, είτε εντελώς ακατοίκητα τον χειμώνα.

Τέσσερα συγκεκριμένα πλεονεκτήματα:

Δωδεκάμηνη ζωτικότητα. Σπίτι στο Μοναστηράκι δεν μένει άδειο τον χειμώνα, γιατί το χωριό γύρω του δεν αδειάζει — το αντίθετο του Αγίου Νικήτα.

Γνήσιος αγροτουρισμός. Το κράτος έχει αποτύχει συστηματικά να φτιάξει αυθεντικό αγροτουρισμό. Στο Μοναστηράκι δεν χτίζεται από το μηδέν — υπάρχει ήδη ενεργή αγροκτηνοτροφική βάση, σε αντίθεση με τη Λευκάδα που έχει ελάχιστη πρωτογενή παραγωγή.

Τιμή πριν την ανατίμηση. Ενώ στην Πλαγιά και Παλαιρο οι τιμές πλησιάζουν τις λευκαδίτικες, στο Μοναστηράκι οι τιμες είναι σημαντικα χαμηλες.

Ένα ευρύτερο, ήδη υπαρκτό απόθεμα: Κορπή και κορυφογραμμή νοτια Αμβρακικου.

Το Μοναστηράκι δεν είναι περιοριζεται στον κυριο οικισμο. Δυο χιλιόμετρα μακριά, η Κορπή φιλοξενεί ιστορικές ιαματικές πηγές γνωστές από τον δέκατο ένατο αιώνα, με όνομα αναγνωρίσιμο πανελλαδικά μέσω του εμφιαλωμένου νερού της. Παρά αυτή τη φήμη, ο χώρος παραθερισμού έχει εγκαταλειφθεί εδώ και χρόνια — εδώ δεν χρειάζεται καν να χτιστεί αναγνωρισιμότητα, μόνο να αξιοποιηθεί εκ νέου μια ήδη υπαρκτή.Και φυσικα δεκαδες τοποθεσιες εκτος σχεδιου για ανοικοδομηση με πανοραμικη θεα.

Υπάρχει και ευρύτερος γεωγραφικός άξονας με ανάλογη ή θέα: από τα νότια ορεινά του Δρυμού κατά μήκος της νότιας πλευράς του Αμβρακικού, ως τα Λουτρά Τρύφου και τον Σπάρτο Αμφιλοχίας. Τα ίδια τα Λουτρά Τρύφου —ιαματικές πηγές με καταρράκτες— παραμένουν κλειστά λόγω διοικητικής αδράνειας πάνω από δεκαπέντε χρόνια. Όλη η σημερινή ζήτηση μένει στη Λευκάδα και, δευτερευόντως, στην Πλαγιά και τον Πάλαιρο, ενώ αυτός ολόκληρος ο άξονας παραμένει εκτός χάρτη.

Το υδρολογικό παράδοξο

Η Λευκάδα υποφέρει διαχρονικά από έλλειψη νερού το καλοκαίρι. Το Μοναστηράκι βρίσκεται σε μια από τις πλέον υδατοπλούσιες περιοχές της δυτικής Ελλάδας — ο Κεφαλόβρυσος πηγάζει στο κέντρο του χωριού, δίπλα οι πηγές της Κορπής. Ένα νησί δίψα βρίσκεται είκοσι λεπτά από περιοχή με πλεόνασμα νερού. Η σχέση είναι ήδη λειτουργική, αν και αντιφατική: βυτιοφόρα μεταφέρουν νερό από Μοναστηράκι/Κορπή προς τη Λευκάδα, και καταλήγει σε μεγάλο βαθμό όχι σε ζωτικές ανάγκες αλλά σε πισίνες εξοχικών. Η πρόταση εδώ δεν είναι βεβαια η διεκδίκηση αυτού του νερού, αλλά η ισορροπία μέσω της ίδιας της τουριστικής επέκτασης: αν μέρος της ζήτησης μετατοπιστεί εκεί όπου το νερό περισσεύει, ωφελούνται και οι δύο πλευρές.

Το μοντέλο ανάπτυξης, και γιατί τώρα

Το ρεαλιστικό σχήμα δεν είναι κυριως ο μεμονωμένος αγοραστής εξοχικου , αλλά ο επιχειρηματίας που αγοράζει τρία-τέσσερα παλιά σπίτια σε μια γειτονιά, τα ανακατασκευάζει με πισίνες, και οργανώνει μεταφορά με μίνι βαν προς τις παραλίες της Πάλαιρου και της Λευκάδας. Η ίδια η Λευκάδα έχει ήδη αποδείξει ότι το μοντέλο δουλεύει, μέσω Πλαγιάς-Περατιάς. Το ζητούμενο είναι σκόπιμη επέκταση πέρα από το σημείο διακοπής — όχι σε όλη την Αιτωλοακαρνανία, αλλά σε μια ήδη εν μέρει οικεία κοντινη περιοχη.

Πρέπει να αποσαφηνιστεί η κλίμακα: δεν προτείνεται τουριστική «έκρηξη», αλλά σταδιακή, μετρημένη απόκτηση και ανακατασκευή ακινήτων για εξοχική κατοικία και βίλα. Ορίζοντας 2-4 χρόνια, αρκετός για να μετατραπεί σημαντικό ποσοστό των σήμερα αναξιοποίητων σπιτιών —που οι ιδιοκτήτες τους πρακτικά δεν επισκέπτονται ποτέ— σε κατοικίες ξένων αγοραστών.

Λογω της μειωσης πληθυσμου αυτό δεν μπορει να καθυστερησει για παντα. Με αυτό τον ρυθμό, το χωριό κινδυνεύει με μειωση πληθυσμου ανεπανορθωτη εντός των προσεχων ετων. Το παράθυρο όπου μια τουριστική παρέμβαση θα συναντήσει ακόμη έναν ζωντανό, λειτουργικό οικισμό δεν παραμένει ανοιχτό επ’ αόριστον.

Ο κίνδυνος της εσφαλμένης εφαρμογής: όχι κοιτώνας εργατικού δυναμικού

Υπάρχει ένα σκεπτικό που πρέπει να αντικρουστεί ευθέως: ότι το Μοναστηράκι θα μπορούσε να λειτουργήσει απλώς ως στέγαση για το εποχιακό, σχεδόν αποκλειστικά ανδρικό εργατικό προσωπικό της Λευκάδας. Αυτό είναι κακή ιδέα, όχι μόνο ηθικά αλλά πρακτικά: η έλλειψη γυναικών τον χειμώνα στην ύπαιθρο είναι ήδη κεντρικός μηχανισμός του δημογραφικού προβλήματος — όπου λείπουν γυναίκες δεν σχηματίζονται οικογένειες, δεν γίνονται γεννήσεις. Ένα χωριό αποκλειστικά ανδρικού εποχιακού προσωπικού δεν είναι αγροτουρισμός, είναι καταυλισμός που επιταχύνει την ίδια την ερήμωση. Το προτεινόμενο μοντέλο είναι εμπλουτισμος της υπαρχουσας δομης και οικονομιας ενδεχομενα και σε ετησια βαση, όχι στέγαση προσωπικού που διανυκτερεύει και φεύγει.

Η μαρτυρία της διεθνούς εμπειρίας

Τα κορεσμένα νησιά δεν τιμωρούνται από τους τουρίστες τους — ούτε τα προβλήματα υποδομών φαίνεται να μειώνουν τη ζήτηση πουθενά στον κόσμο.

Το ερώτημα με πραγματική απάντηση είναι τι κάνει η ζήτηση όταν δεν χωράει άλλο: μετατοπίζεται προς το πλησιέστερο σημείο με ανάλογη εμπειρία και χαμηλότερο κόστος εισόδου.

Puerto Morelos, Tulum, το νησί Βις στην Αδριατική — όλα είναι παραθαλάσσιοι προορισμοί που απορρόφησαν ζήτηση από άλλους παραθαλάσσιους προορισμούς. Το Μοναστηράκι είναι ενδοχώριο. Η σωστή αντιστοιχία είναι «κορεσμένη ακτή προς ορεινό οικισμό λίγα λεπτά πιο πέρα» — μοντέλο που λειτουργεί επισης εδώ και δεκαετίες. Το πιο καθαρό παράδειγμα: το Mijas Pueblo στην Κόστα ντελ Σολ, ορεινό ανδαλουσιανικό χωριό είκοσι-τριάντα λεπτά από Μαρμπέγια και Μάλαγα, δημοφιλές επί δεκαετίες σε αλλοδαπούς αγοραστές ακριβώς λόγω χαμηλότερου κόστους και αυθεντικότερης εμπειρίας — όχι «κατάλοιπο» της ακτής, αλλά ισότιμο, παράλληλο κομμάτι του ίδιου οικοσυστήματος. Ανάλογο το Albarracín στην ισπανική ενδοχώρα. Αυτό είναι το μοντέλο για το Μοναστηράκι: παράλληλος προορισμός με δική του ταυτότητα, όχι υποκατάστατο παραλίας.

Δεύτερη χρήσιμη τάση: Στην Αδριατική το Βις αναδείχθηκε ως προορισμός «αργού τουρισμού» απέναντι στο κορεσμένο Ντουμπρόβνικ, μέσα σε ευρωπαϊκή τάση όπου πάνω από τους μισους ταξιδιώτες αναζητούν πλέον λιγότερο συνωστισμένους προορισμούς.

Η ερήμωση της ενδοχώρας ως απειλή και για τη Λευκάδα

Ο Δήμος Ακτίου-Βόνιτσας είχε 17.370 κατοίκους το 2011, 14.656 το 2021 — μείωση 15,6%, πενταπλάσια της εθνικής (3,1%). Το Μοναστηράκι πέρασε από 1.311 σε 1.179 — ένας στους δέκα κατοίκους χάθηκε σε μια δεκαετία, σε ένα χωριό που κάποτε αριθμούσε πάνω από 2.500. Δεν είναι τοπική ιδιαιτερότητα, είναι το εθνικό δημογραφικό πρόβλημα σε οξύτερη μορφή, χωρίς καμία οικονομική διέξοδο πέρα από μια ήδη φθίνουσα αγροκτηνοτροφία. Όσο ο τουρισμός παραμένει κλειστά εντός της Λευκάδας, η ενδοχώρα δεν έχει μηχανισμό αναστροφής. Σε βάθος δεκαετίας: ένας τουριστικός προορισμός περιστοιχιζόμενος από ερημωμένη ενδοχώρα, χωρίς εργατικό δυναμικό, χωρίς αγροτικά προϊόντα, χωρίς τίποτα γύρω του πέρα από εγκαταλειμμένα σπίτια.

Αυτό αγγίζει και την ίδια τη Λευκάδα, μέσω διαφορετικού μηχανισμού. Η απογραφή δεν δείχνει εκρηκτική μόνιμη αύξηση — η πόλη πέρασε από 8.673 σε 8.467, ο δήμος από 22.652 σε 21.900. Παράλληλα το νησί μοιράζεται την εθνική υπογεννητικότητα, με γερασμένο μόνιμο πληθυσμό που δεν αναπληρώνει τις απώλειες.

Στη Νάξο, κτηνοτρόφοι συνδυάζουν με επιτυχία αγροτική δραστηριότητα με τουρισμό, χωρίς να εγκαταλείπουν γη και ζώα. Το ίδιο θα μπορούσε να γίνει στο Μοναστηράκι.

Η αδιαφορία απέναντι στη φέρουσα ικανότητα αποδειξη του αδιεξοδου της μονοκεντρικης αναπτυξης.

Θα μπορούσε κανείς να αντιτάξει ότι η οποια ανάλυση περι  φέρουσας ικανότητας είναι ματαιη καθως ακυρώνεται από την πραγματικότητα: ούτε επισκέπτες ούτε θεσμοί δείχνουν να νοιάζονται. Θα χτιζουν μεχρι τελικης πτωσης.

Υπάρχει, βέβαια, ένα ακραίο διεθνές παράδειγμα του αντιθέτου: το νησί Boracay στις Φιλιππίνες, το οποίο, όταν ο υπερκορεσμός κατέστη πλέον αφόρητος —με τον τότε πρόεδρο της χώρας να το χαρακτηρίζει δημόσια «βόθρο»— έκλεισε πλήρως από το ίδιο το κράτος για έξι μήνες το 2018, με επιβολή στη συνέχεια αυστηρού ανώτατου ορίου επισκεπτών.

Πρόκειται, ωστόσο, για εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα: μια τέτοια παρέμβαση δεν προήλθε από αυτορρύθμιση της αγοράς ή από τους ίδιους τους τουρίστες, αλλά από απευθείας κρατική εντολή, σε ακραίο σημείο περιβαλλοντικής κατάρρευσης.

Χωρίς ανάλογη κρατική παρέμβαση, η ζήτηση απλώς δεν σταματάει μόνη της.

Το πρόσφατο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τον Τουρισμό περιεργως δεν κατατάσσει τη Λευκάδα στις επίσημα «κορεσμένες» περιοχές της χώρας, κατηγορία στην οποία εντάσσονται η Μύκονος, η Σαντορίνη, η Ρόδος και τμήματα της Κέρκυρας και της Κρήτης, με αυστηρότερα όρια δόμησης και κλινών.

Η Κέρκυρα, πνιγμένη χρόνια στα δικά της σκουπίδια, εξασφάλισε υπουργική απόφαση για μεταφορά δεκαπέντε χιλιάδων τόνων απορριμμάτων στον ΧΥΤ Κακοπετριάς, στον ίδιο Δήμο Ακτίου-Βόνιτσας όπου βρίσκεται το Μοναστηράκι.

Πρόσφατα συζητήθηκε, εν μέσω έντονης αντιπαράθεσης στο Δημοτικό Συμβούλιο, η αποδοχή επεξεργασμένων λυμάτων της Λευκάδας για άρδευση στην Πλαγιά.

Δύο περιστατικά που αποκαλύπτουν την επικρατουσα λογική: η Ακαρνανία αντιμετωπίζεται ως αποδέκτης του κόστους, όχι ως εταίρος στα οφέλη.

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η δημοτική ηγεσία αποδέχτηκε τον ρόλο του φτωχού συγγενή, ο οποίος παίρνει τα σκουπίδια και τα απόβλητα των πιο ανεπτυγμένων γειτόνων του αντί να διαπραγματευτεί όρους ισότιμης συνεργασίας. Πρόκειται για ακραία εκδοχή νεοφιλελεύθερης χωρικής λογικής, την οποία έχει υιοθετήσει σε εθνική κλίμακα η κυβέρνηση Μητσοτάκη — περιορισμοί σε εκτός σχεδίου δόμηση, αδιαφορία για ισόρροπη ανάπτυξη, συντήρηση ελάχιστων προνομιούχων πόλων ενώ η υπόλοιπη επαρχία διαλύεται.

Η συνέχιση αυτής της πορείας αναστρέφεται, τελικά, και εναντίον της ίδιας της Λευκάδας: το μοντέλο της συχνα χαμηλά αμειβόμενης, αμιγώς εποχιακής δουλειάς δεν θα κρατήσει κανέναν νέο στην Ήπειρο και την Αιτωλοακαρνανία, από όπου η Λευκάδα αντλεί παραδοσιακά το προσωπικό της. Αν η ενδοχώρα συνεχίσει να αντιμετωπίζεται μόνο ως χωματερή, η Λευκάδα θα μείνει σε μία-δύο δεκαετίες χωρίς ανθρώπους να τη στηρίξουν.

Το ζήτημα της επανεπένδυσης

Τα υψηλα εισοδήματα που παράγει ο τουρισμός της Λευκάδας λιγο επανεπενδύονται στο ίδιο το νησί του — κατευθύνονται σε μεγάλο βαθμό σε διαμερίσματα στην Αθήνα, εντείνοντας τον ελλαδικό υδροκεφαλισμό. Το αποτέλεσμα είναι μια διαδικασία υποβάθμισης: η Λευκάδα λειτουργεί ως εποχιακή εξαγωγική βιομηχανία, χρήσιμη δύο-τρεις μήνες τον χρόνο, χωρίς πολλαπλασιαστικό αντίκτυπο στη γύρω περιοχή. Η Πλαγιά και η Πάλαιρος αποδεικνύουν ότι το μοντέλο δουλεύει — το πρόβλημα είναι να μη σταματήσει εκεί η συζήτηση, αλλά να συνεχιστεί προς το Μοναστηράκι και την ευρύτερη κορυφογραμμή.

Η μαρτυρία της Ακρόπολης και του τύμβου Καστά

Θα μπορούσε κανείς να πει ότι κάποιοι προορισμοί έχουν εγγενή έλξη που άλλοι απλώς δεν διαθέτουν. Η ίδια η Ακρόπολη το διαψεύδει αυτό: μεχρι και  πριν δεκαπέντε χρόνια, το Κουκάκι είχε περιορισμένη τουριστική κίνηση και φτηνά σπίτια. Η μετατροπή του δεν ήρθε από εγγενή ακτινοβολία, αλλά από συστηματική προβολή. Αντίστροφο παράδειγμα ο τύμβος Καστά στην Αμφίπολη — ανάλογου αρχαιολογικού κύρους, παρέμεινε ουσιαστικά κλειστός για το κοινό πάνω από μία δεκαετία, χωρίς αντίστοιχη επένδυση σε ανάδειξη. Η διαφορά δεν είναι η αξία του μνημείου, είναι η απόφαση να του δοθεί προσοχή. Το ίδιο ισχύει για το Μοναστηράκι: η αντικειμενική αξία υπάρχει, λείπει η συστηματική απόφαση προβολής.

Το ζήτημα της οδικής πρόσβασης

Υπάρχει, τέλος, ένα πρακτικό εμπόδιο που πρέπει να αναφερθεί ευθέως, γιατί χωρίς αυτό η όλη συζήτηση περί εμβέλειας και χρόνου μετάβασης παραμένει θεωρητική: η σημερινή κατάσταση των δύο βασικών οδικών αξόνων που θα μπορούσαν να συντομεύσουν την πρόσβαση στο Μοναστηράκι.

Ο πρώτος είναι ο δρόμος Πάλαιρος-Σκλάβαινα, που θα συντομευε τη σύνδεση με Ιονιο στα δυτικά του Μοναστηρακίου. Υπάρχει ήδη, σε άθλια κατάσταση, και χρησιμοποιείται καθημερινά από δεκάδες δρομείς, ποδηλάτες και ξένους τουρίστες που διασχίζουν την Πάλαιρο προς το Μοναστηράκι — αλλά χωρίς να μπορεί να γίνει διέλευση με αυτοκίνητο, λόγω της κακής ποιότητάς του. Η διαπλάτυνση και ασφαλτόστρωσή του είχε δρομολογηθεί πριν τρία χρόνια, αλλά αναβλήθηκε λόγω κομματικών αντιπαραθεσεων, και έχει πάει στις καλένδες έκτοτε.

Ο δεύτερος είναι ο δρόμος Λευκάδα-Άγιος Κωνσταντίνος-Μοναστηράκι, ο πιο σύντομος άξονας σύνδεσης — και ακριβώς αυτός βρίσκεται σε ανακατασκευή στο τμήμα Αγιος Νικολαος εως Βονιτσα εδώ και τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Οι μεγάλοι χαμένοι από αυτή τη διακοπή είναι κυρίως οι κάτοικοι της Πάλαιρου και του Μοναστηρακίου, και ειδικότερα το εργατικό προσωπικό που αναγκάζεται να κάνει ολόκληρο κύκλο μέσω Ακτίου για να φτάσει στη Λευκάδα, ενώ οι επισκέπτες από το νησί προς το Μοναστηράκι είναι, λογικά, ανύπαρκτοι: η διαδρομή που θα έπρεπε να διαρκεί είκοσι λεπτά έχει γίνει σαράντα πέντε. Το τμήμα που απομένει είναι μόλις τρία με τέσσερα χιλιόμετρα μέχρι τη Βόνιτσα, χωρίς να συμπεριλαμβάνεται καν το ιδιαίτερα προβληματικό τμήμα δύο χιλιομέτρων του Αγίου Κωνσταντίνου.

Πρόκειται για μικρό, συγκεκριμένο, επιλύσιμο πρόβλημα — όχι για μεγάλο έργο υποδομής — που ωστόσο καθορίζει σήμερα, από μόνο του, σε μεγάλο βαθμό την επισκεψιμότητα του Μοναστηρακίου. Καμία στρατηγική επέκτασης του τουριστικού «σήματος» της Λευκάδας προς την Ακαρνανία δεν μπορεί να αγνοήσει αυτή την απλή, υλική λεπτομέρεια.

*ο Κωνσταντίνος Παπακασόλας είναι δικηγόρος  Αθήνας και κατάγεται από το Μοναστηράκι Βόνιτσας.

https://aromalefkadas.gr/

Βιολέττα Σάντα

Πηγή: https://katounanews.gr/to-sima-tis-leykadas-stamataei-sta-deka-chiliometra-i-periptosi-toy-monastirakioy/

.

Κοινοποίηση: